Η έννοια της μοναξιάς

Η έννοια της μοναξιάς είναι πολυδιάστατη και πολυσήμαντη  για αυτό και υπάρχει σύγχυση γύρω από τον ορισμό της. Ως έννοια διαχωρίζεται από την μοναχικότητα. Η πρώτη θεωρείται αρνητικό συναίσθημα και ταυτίζεται συνήθως με τη λύπη, την απελπισία και την μη επιλεγόμενη απομόνωση. Αντίθετα, η μοναχικότητα είναι η ανάγκη του ανθρώπου να μείνει μόνος για ένα χρονικό διάστημα, θεωρείται  ουδέτερο συναίσθημα και ταυτίζεται με τον όρο ευεργετική μοναξιά, κατά την οποία το άτομο αναπτύσσει την προσωπικότητα του  και δραστηριοποιείται δημιουργικά.

Είδη Μοναξιάς

Η πιο αποδεκτή και εμπειρικά τεκμηριωμένη τυπολογία της μοναξιάς είναι αυτή του Weiss, η οποία διακρίνει 2 πτυχές:

 α) τη συναισθηματική μοναξιά, η οποία απορρέει από την απουσία ενός στενού  συναισθηματικού δεσμού και μειώνεται με τη διαμόρφωση ενός άλλου ή με την επανόρθωση αυτού που έχει χαθεί. Αναφέρεται στην έλλειψη στενών σχέσεων με άλλα άτομα, οδηγεί σε συναισθήματα άγχους και απομόνωσης και το άτομο φαίνεται να επαναβιώνει το άγχος του αποχωρισμού.

 β)την κοινωνική μοναξιά που απορρέει από την απουσία ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων στο οποίο ανήκει το άτομο και μειώνεται με την  πρόσβαση του σε ένα τέτοιο δίκτυο.Κυρίαρχα συναισθήματα είναι η ανία, η έλλειψη σκοπού, η αίσθηση της περιθωριοποίησης. Το άτομο αναζητά δραστηριότητες στις οποίες μπορεί να συμμετέχει και να γίνει αποδεκτό μέλος σε αντίθεση με την συναισθηματική μοναξιά όπου το άτομο κινητοποιείται να βρει ένα άτομο να αναπτύξει στενή επαφή  (στο Γαλανάκη, 2006).

Παιδική Μοναξιά

Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά βιώνουν τη μοναξιά με ποσοστό 8-10% να βιώνει πολλή μοναξιά και το συναίσθημα τους είναι αντίστοιχο με αυτό των ενηλίκων (Asher et al., 1984). Αντίστοιχα, η Γαλανάκη (1994) βρήκε παρόμοιο ποσοστό (8%) για τα παιδιά που βιώνουν πολλή μοναξιά σε έρευνα στον ελλαδικό χώρο (στο Χατζηγεωργιάδου, 2007:14).  Μάλιστα, διαπιστώθηκε (Γαλανάκη & Μπεζεβέγκης, 1996) ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται τη μοναξιά με 3 διαστάσεις:

α) τη συναισθηματική διάσταση, κατά την οποία η μοναξιά είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα ( το  παιδί νιώθει ότι κανείς δεν το συμπαθεί, νιώθει άχρηστο και παραμελημένο)

β)τη γνωστική διάσταση, όπου το παιδί έχει επίγνωση ότι οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι ελλειμματικές και μη ικανοποιητικές (το παιδί γνωρίζει ότι δεν έχει με κάποιον να παίξει, δεν μπορεί να εμπιστευτεί κανένα)

γ)τη πραξιακή – επεισοδιακή διάσταση που αφορά εμπειρίες απώλειας, τραυματικές καταστάσεις ή γεγονότα, όπως η απώλεια συγγενών, η απόρριψη, ο τερματισμός φιλίας κ.α (στο Παναγιωτίδου, 2003: 14).

έννοια της μοναξιάς

Αιτίες της μοναξιάς

Πλήθος ερευνών έχουν διεξαχθεί προκειμένου να εντοπιστούν τα αίτια που οδηγούν στο επώδυνο συναίσθημα της μοναξιάς. Τα βασικότερα έχουν σχέση με :

α)τη σχολική επίδοση, η οποία φαίνεται να συνδέεται αρνητικά με όλες σχεδόν τις πλευρές της μοναξιάς και της κοινωνικής δυσαρέσκειας στο σχολείο και την οικογένεια (Γαλανάκη, 1994). Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις ότι στα παιδιά που αισθάνονται πολλή μοναξιά συναντώνται δυσκολίες μάθησης αλλά και αντίστροφα, τα παιδιά με δυσκολίες μάθησης βιώνουν απόρριψη από τους συμμαθητές τους και έντονη μοναξιά. Η Bryan (1997) αναφέρει ότι 35 έως 59.1%  των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες αντιμετωπίζουν προβλήματα κοινωνικού τύπου, με τα μισά από αυτά να απορρίπτονται και τα υπόλοιπα να παραμελούνται από τους συνομηλίκους τους (στο Χατζηγεωργιάδου, 2007).

β)την αυτοαντίληψη – αυτοεκτίμηση. Η Margalit (1994) επισημαίνει ότι οι μαθητές που κρίνουν τον εαυτό τους ως κοινωνικά αποτυχημένο έχουν τη τάση να ασχολούνται με παθητικές δραστηριότητες (παρακολούθηση  τηλεόρασης, υπερφαγία), μοναχικές ασχολίες (παιχνίδι στον Η/Υ), αναπτύσσουν χόμπι, συνήθως, περιμένουν τηλεφώνημα ή πρόσκληση από άλλους και αισθάνονται αυτολύπηση (στο Χατζηγεωργιάδου, 2007). Επίσης, το παιδί που αξιολογείται από το δάσκαλο με χαμηλή σχολική επίδοση παρουσιάζει χαμηλή αυτοαντίληψη σχολικής ικανότητας και χαμηλό κοινωνικό κύρος μέσα στη σχολική τάξη. Με τη σειρά του το χαμηλό κοινωνικό κύρος συνεπάγεται χαμηλή αποδοχή από τους συμμαθητές του με αποτέλεσμα να βιώνει την απόρριψη και να οδηγείται στη μοναξιά. Η μοναξιά, με τη σειρά της, επιδρά αρνητικά στην αυτοεκτίμηση και σε κάποιους τομείς της αυτοαντίληψης, όπως την αυτοαντίληψη για τις σχέσεις με τους συνομηλίκους .

γ)τις κοινωνικές δεξιότητες, οι οποίες κατά τη Margalit (1990) αποτελούν ένα είδος στρατηγικής για την δυνατότητα εισόδου σε μια κοινωνική ομάδα καθώς είναι οι κοινωνικά αποδεκτές μαθημένες συμπεριφορές που καθιστούν ένα άτομο να αλληλεπιδρά αποτελεσματικά με τους συνομηλίκους του (στο Παναγιωτίδου, 2003).

δ)την εξωτερική εμφάνιση, καθώς τα παιδιά με ωραίο ντύσιμο, ωραία χαρακτηριστικά και ομιλία προσελκύουν τους συνομηλίκους τους. Αντίθετα, παιδιά που χαρακτηρίζονται από μια ατημέλητη εμφάνιση βιώνουν το δυσάρεστο συναίσθημα της μοναξιάς επειδή δεν επιλέγονται από τους συνομηλίκους τους για να συμμετέχουν στο παιχνίδι ή στην ομάδα (Γαλανάκη, 1998  στο Παναγιωτίδου, 2003).

ε)τους οικογενειακούς παράγοντες, καθώς γονείς που δεν διαθέτουν κάποιες σημαντικές κοινωνικές κοινωνικές δεξιότητες οι ίδιοι δεν θα  μπορούν πιθανώς να προσφέρουν επαρκή πρότυπα συμπεριφοράς στα παιδιά τους ώστε αυτά να ταυτιστούν μαζί τους ή να μιμηθούν διάφορες κοινωνικές καταστάσεις (Herbert, 1990  στο Παναγιωτίδου, 2003).

Συνέπειες – Επιπτώσεις της μοναξιάς

Οι συνέπειες της μοναξιάς στο παιδί είναι πολλές και επηρεάζουν όλους τους  τομείς της ζωής του. Οι Berguno et al (2004) [Σχήμα 1] υποστηρίζουν ότι οι το παιδί που νιώθει μοναξιά γίνεται αντιληπτό ως ευάλωτο από τους συμμαθητές τους. Για το λόγο αυτό εκφοβίζεται/ θυματοποιείται και αποσύρεται από τους συνομηλίκους τους. Η απόσυρση του αυτή το οδηγεί στη μοναξιά που με τη σειρά της το περικλείει σε έναν ατέρμονο κύκλο αρνητικών επιπτώσεων και συναισθημάτων.

Σχήμα 1

Οι Buns & Ladd (2001) διαπίστωσαν ότι όσο τα παιδιά περιθωριοποιούνται από την αρνητική μεταχείριση των συνομηλίκων τους τόσο αποφεύγουν τις ομαδικές σχολικές δραστηριότητες, γεγονός που περιορίζει τις ευκαιρίες τους να συμμετέχουν σε σχέσεις που θα τους προσφέρουν την αίσθηση της κοινωνικής σύνδεσης και θα τους ικανοποιήσουν βασικές κοινωνικές ανάγκες με αποτέλεσμα να νιώθουν πολύ μοναξιά (Γαλανάκη & Βογιατζόγλου, 2007). Επίσης, η θυματοποίηση και η μοναξιά έχουν, κυρίως στους εφήβους, αρνητικές επιπτώσεις στην σχολική επίδοση, στον αριθμό των απουσιών και την αξιολόγηση της προσαρμογής τους από το δάσκαλο (Juvonen et al., 2000 στο Γαλανάκη & Βογιατζόγλου, 2007: 12). Επομένως, επηρεάζεται και η αυτοαντίληψη του και η λειτουργικότητα του μέσα στην τάξη. Το μοντέλο αυτό [Σχημα 2] υποστηρίζει ότι η κοινωνική απόσυρση  οδηγεί στη θυματοποίηση η οποία με τη σειρά της οδηγεί στη μοναξιά. Η έντονη μοναξιά είναι πιθανό να οδηγήσει σε κατάθλιψη καθώς τα παιδιά απογοητεύονται στη προσπάθεια τους να διαμορφώσουν κάποια επαφή (στο Γαλανάκη & Βογιατζόγλου, 2007).

Σχήμα 2

Προτάσεις Παρέμβασης

Πλήθος ανθρώπων νιώθουν πολύ μοναξιά χωρίς να το δηλώνουν ποτέ. Η σιωπή καλύπτει το πρόβλημα τους και δεν αποκαλύπτουν σε κανέναν ότι υποφέρουν. Οι Perlman & Joshi (1987) προτείνουν τέσσερις  λόγους για τους οποίους δεν αποκαλύπτεται η μοναξιά:

α) οι άνθρωποι που νιώθουν πολύ μοναξιά δεν αντιλαμβάνονται τι είναι αυτό που νιώθουν,δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για μοναξιά

β) φοβούνται ότι θα γίνουν αντικείμενο επίκρισης από τους άλλους

γ) συμμορφώνονται με την κοινωνική απαίτηση να είναι ανεξάρτητοι και να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τα προβλήματα τους δ) είναι πιθανό να πιστεύουν ότι κανείς δεν μπορεί να τους βοηθήσει (στο Γαλανάκη, 2006). Έχει διαπιστωθεί σε έρευνες ότι τα  περισσότερα παιδιά δεν ακολουθούν στρατηγικές αντιμετώπισης της μοναξιάς αλλά μάλλον αποφυγής του προβλήματος. Έτσι, καταφεύγει το παιδί σε άλλες δραστηριότητες, στο μοναχικό παιχνίδι, σε στρατηγικές αποφυγής ή σε παθητικούς τρόπους αντιμετώπισης ώστε να αποφύγει, να ξεχάσει το πρόβλημα του και τελικά να νιώσει καλύτερα (Γαλανάκη & Μπεζεβέγκης, 1996 στο Παναγιωτίδου, 2003: 38). Επομένως, είναι πολύ σημαντικό το παιδί να παραδεχτεί την κατάσταση του και να αναζητήσει βοήθεια. Έτσι, με τη βοήθεια κάποιου ειδικού το άτομο μπορεί να βοηθηθεί να αναπτύξει κάποιες κοινωνικές δεξιότητες και σταδιακά να αλλάξει τις λανθασμένες συμπεριφορές του ατόμου με άλλες πιο κατάλληλες για κοινωνική αλληλεπίδραση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Γαλανάκη, Ε. (2006). Μοναξιά: αναπτυξιακή προσέγγιση. Αθήνα: Ατραπός.
  • Γαλανάκη, Ε. Βογιατζόγλου, Π. (2007). Εκφοβισμός/ θυματοποίηση στο σχολικό πλαίσιο και μοναξιά, Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 44, 7-24.
  • Herbert, M. (1998). Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας/ επιμ. Ι. Παρασκεύοπουλος, τόμος Α’ . Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. (βλ. κεφάλαιο 8, 194-227)
  • Χατζηγεωργιάδου, Σ. (2007). Μοναξιά και αυτοεκτίμηση στα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου, Διπλωματική εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
  • Παναγιωτίδου, Μ. (2003). Κοινωνική απομόνωση και μοναξιά στην προσχολική και την πρώτη σχολική ηλικία, Διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Μετάβαση στο περιεχόμενο