Δυσφαγία

Ως διαταραχές κατάποσης ονομάζουμε δυσκολίες που συναντώνται στη σίτιση ή/και την κατάποση ενός ατόμου, οι οποίες προκαλούνται από ποικίλες -συνήθως νευρολογικής φύσεως- αιτίες. Η εισρόφηση, είναι μία από αυτές τις δυσκολίες και μάλιστα αρκετά επικίνδυνη εφόσον καθιστά μη ασφαλή την κατάποση.

Η αξιολόγηση της κατάποσης

Η παρά της κλίνης αξιολόγηση κατάποσης (Π.Κ.Α.Κ.) διεκπεραιώνεται συνήθως από ειδικευμένους στις διαταραχές κατάποσης λογοθεραπευτές. Παρέχει όλες εκείνες τις ενδείξεις που θα στοιχειοθετήσουν την ύπαρξη ή μη της διαταραχής κατάποσης και παίζει σημαντικό ρόλο στη διάγνωση της διαταραχής και τη διαμόρφωση της θεραπείας. Πιο συγκεκριμένα παρέχει πληροφορίες σχετικά με το στάδιο της δυσφαγίας (στοματικό ή φαρυγγικό), την ετοιμότητα του παιδιού για εργαστηριακή εκτίμηση, και την ικανότητα του παιδιού να λάβει στοματική σίτιση.  Η παρά της κλίνης αξιολόγηση κατάποσης περιλαμβάνει ιστορικό σίτισης, έλεγχο αδρής κινητικότητας, στοματοκινητικό και αισθητηριακό έλεγχο, εκτίμηση κατάποσης, εκτίμηση επιπέδου εγρήγορσης κατά τη σίτιση, εκτίμηση συγχρονισμού αναπνοής/καταποσης/θηλασμού στα βρέφη.

Δυσφαγία και Θεραπευτική Διαχείριση

Η συνεργασία της διεπιστημονικής ομάδας δυσφαγίας, αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής παρέμβασης. Ο σχεδιασμός της εξατομικευμένης θεραπευτικής προσέγγισης στηρίζεται στα αποτελέσματα μιας ολοκληρωμένης διαγνωστικής εκτίμησης, γεγονός που αποτελεί συνάρτηση πολλών παραγόντων. Με γνώμονα τη σταθεροποίηση και βελτίωση της ιατρικής κατάστασης, η ασφαλής και επαρκής σίτιση και ενυδάτωση του παιδιού, αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο της διεπιστημονικής παρέμβασης. Ως εκ τούτου, η αρχική απόφαση που καλείται να λάβει η διεπιστημονική ομάδα, έγκειται στην επιλογή της κατάλληλης για το παιδί, διατροφικής οδού. Η ασφάλεια (βαθμός εισρόφησης και επίπεδο αναπνευστικής λειτουργίας) και η αποτελεσματικότητα (κέρδος βάρους, επάρκεια σίτισης και ενυδάτωσης) της σίτισης αποτελούν τους δύο καθοριστικούς παράγοντες για την επιλογή της διατροφικής οδού. Σε περιπτώσεις σοβαρών διαταραχών κατάποσης, όπου απαιτείται μακροπρόθεσμη θεραπευτική διαχείριση, προτείνεται η εφαρμογή μη στοματικής σίτισης. Διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την ασφαλή θρέψη του παιδιού, η θεραπεία στοχεύει στη βελτίωση της στοματοφαρυγγικής λειτουργίας και στην ασφαλή μετάβαση στη στοματική σίτιση.

Ο λογοθεραπευτής, σε συνεργασία με τη διεπιστημονική ομάδα, διαμορφώνει το θεραπευτικό σχεδιασμό που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού. Οι γνώσεις που απαιτούνται για το σχεδιασμό της εξατομικευμένης θεραπευτικής παρέμβασης αφορούν το ιατρικό ιστορικό και την παρούσα ιατρική κατάσταση, τη στοματοφαρυγγική ανατομία και φυσιολογία, και το αντιληπτικό επίπεδο του παιδιού. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του προγράμματος αποκατάστασης της δυσφαγίας, αφορούν την ποιότητα ζωής του παιδιού και τα ηθικά ζητήματα που μπορεί να προκύψουν. Ο λογοθεραπευτής είναι υπεύθυνος να εκπαιδεύσει το παιδί και τους φροντιστές στην εφαρμογή των θεραπευτικών στρατηγικών και να τους ενημερώσει για τις επιπτώσεις, σε περίπτωση που δεν τηρηθεί το θεραπευτικό πρόγραμμα.

Μετάβαση στο περιεχόμενο